Βασίλης
Shared posts
αβιογένεση
Konstantinos VITA -- ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΗΤΑ- ALMOST A DISCOGRAPHY
κάτι, σαν ανατέλλων τρόμος
Από την εξώπορτα μέχρι το σταθμό του μετρό είναι 176 βήματα.
17 λεπτά στο μετρό.
8 λεπτά στον προαστιακό.
45 βήματα από τον σταθμό για το γραφείο.
10 ώρες στο γραφείο.
45 βήματα από το γραφείο για το σταθμό.
8 λεπτά στον προαστιακό.
17 λεπτά στο μετρό.
176 βήματα από το σταθμό του μετρό μέχρι την εξώπορτα.
5 ώρες στον καναπέ.
7 ώρες αμφίβολου ύπνου με ιδρώτα, δύσπνοια, άπνοια, γαστρο-οισοφαγική παλλινοδρόμηση, οξέα από το στομάχι στο σεντόνι, κλιματιστικό, ξυπνητήρι, νερό, σερτραλίνη.
Απλά μαθηματικά.
το κάτι
Από την οροφή του ασανσέρ άρχισε να κυλάει στα τοιχώματα μια κίτρινη παχύρευστη ουσία. Ψυχραιμία. Κοιτάζω το ρολόι, αρχίζω να ιδρώνω. Ψυχραιμία. Η κυρία από τον δεύτερο κρατάει δυο σακούλες σουπερμαρκετ, φοράει φτηνά αθλητικά και αδιάφορο άρωμα. Ψάχνω τις τσέπες μου, όχι κάτι συγκεκριμένο, από συνήθεια.
"Ο Ιεζεκιήλ είπε πως μια μέρα οι άνθρωποι θα πεθαίνουν σε ανελκυστήρες" είπε χαμογελώντας.
"Γνώριζε ο Ιεζεκιήλ τι είναι και πως λειτουργούν οι ανελκυστήρες;" ρώτησα ιδρωμένος. Έτρεμα.
"Δεν το ήξερε αλλά ήταν προφήτης. Έτσι κάνουν οι προφήτες".
Ψυχραιμία. Βγάζω ένα στραπατσαρισμένο πακέτο από το πουκάμισο και ανάβω ένα τσιγάρο.
"Ποιός είναι ο αγπαημένος σου προφήτης;" ρώτησε.
"Ο Κιούμπρικ" της απάντησα.
Βγήκε χωρίς να πει κάτι. Το κίτρινο εξαφανίστηκε, έσβησα το τσιγάρο στο πάτωμα και βγήκα κι εγώ.
Βοηθάει να καπνίζεις στο ασανσέρ.
Δεν ξέρω αν το έχεις σκεφτεί ποτέ αλλά τα σπίτια μας είναι τυλιγμένα με ηλεκτροφόρα σύρματα, δεν είναι μεταφορικό αυτό, κάποια ποιητική μαλακία ή πανκ στίχος από την εφηβεία, είναι η αλήθεια. Έχουμε όλο το ρεύμα του κόσμου και το διοχετεύουμε σε πρίζες, μέσα από καλώδια σε τοίχους, γύρω γύρω από τα δωμάτιά μας, για να δουλεύουν τα φωτιστικά, οι τοστιέρες και οι φορτιστές κινητών.
Μια φορά καθόμουν στο μπαλκόνι, ήταν αργά το βράδυ και ήμουν μόνος μου, και περίεργα φώτα άρχιζαν να τρεμοπαίζουν πάνω από τον Υμηττό, κοίταξα, τα φώτα άλλαζαν θέση και σε κλάσματα του δευτερολέπτου κάτι αιωρούνταν μπροστά στο μπαλκόνι μου.
Κάτι, δηλαδή δεν ξέρω τι, λέω "κάτι" συνέχεια σαν να μην ξέρω πολλά πράγματα. Το κάτι άρχισε να μου μιλάει και είπε "γιατί δεν κάνετε τα σπίτια σας διαστημόπλοια;"
Δεν είχε μορφή δίποδου ή τετράποδου όπως έχουν οι εξωγηίνοι στις ταινίες, ήταν κάτι άλλο, σαν φως, σαν τους πίνακες στα αεροδρόμια ή στα εναλλακτικά μπαρ, φωτάκια που αναβόσβηναν. Έκανα πως δεν άκουσα γιατί δεν ήθελα να πιστεψω ότι υπάρχει κάτι άλλο εκεί, "κάτι", και μου λέει "εμείς έτσι ταξιδεύουμε, τυλίγουμε καλώδια στα σπίτια μας και φεύγουμε". Και μετά δεν υπήρχε κάτι.
Έχει πλακα η ζωή μέσα στο πηνίο. Μαγνήτες, ηλεκτρικές εκκενώσεις, δυνάμεις της φυσικής που δεν τις ξέρω καλά. Δύναμη Coriolis, αυτήν ξέρω, δεν έχει σχέση με τον ηλεκτρισμό, αλλά μου αρέσει το όνομα. Ψάχνω και γω κάτι που να εξηγεί γιατί κάνουμε κυκλικές κινήσεις. Κάτι.
spy-fi
Είδα στον ύπνο μου μια μελλοντική δυστοπία όπου όλοι οι άνθρωποι ανήκουν σε ιδιωτικούς στρατούς. Ζούνε σε μια κατάσταση αδράνειας, είναι ναρκωμένοι μέσα σε ειδικούς θαλάμους και ξυπνάνε μόνο για να κάνουν τη δουλειά που τους έχει αναθέσει η εταιρεία.
Δεν υπάρχει κράτος, δεν υπάρχει πλανήτης, δεν ξέρουμε τι υπάρχει, αλλά μπορούν να σε ξυπνήσουν και να σου πουν "Ο Σέργιο Χουάν Γκαρσία στο Μέξικο Σίτυ πρέπει να είναι νεκρός μέσα σε 72 ώρες το πολύ".
Δεν ξέρεις γιατί. Μπορεί να κάνεις καλό στην ανθρωπότητα, μάλλον όχι, δεν έχεις επιλογή παρ' όλα αυτά. Οπλίζεις ένα Smith & Wesson, σαν αυτό που είχε ο Clint Eastwood στο Dirty Harry. Είναι κάποιο αστείο που χρησιμοποιούμε ακόμη πανάρχαια όπλα;
Φτάνω στον προορισμό μου και μπαίνω σε ένα τυχαίο μπαρ. Στη σκηνή ο μαέστρος είχε για κύριο όργανό του μια ασπρόμαυρη αναλογική τηλεόραση με τρείς κεραίες. Άλλαζε τα κυκλώματα ώστε τα χιόνια να μεταδίδονται σε διαφορετικές συχνότητες, διαφορετικός ήχος και σχήματα. Δίπλα του είχε ένα πρεζάκι και μια πόρνη.
σπονδυλική στήλη
Ένας φίλος μου λέει ότι πολλές φορές στον ύπνο του βλέπει γραφική βία επιπέδου σπλάτερ ή βίντεο γκέιμ. Βλέπει πως έχει μια ειδική κίνηση που μπορεί να σε πιάσει από το σβέρκο και να σου ξεριζώσει χωρίς ιδιαίτερο κόπο τη σπονδυλική στήλη.
Όταν μου το λέει αυτό φοβάμαι μήπως τον πετύχω καμιά μέρα στον ύπνο μου, αυτός με τα αδίστακτα χέρια του κι εγώ με ένα παλιό περίστροφο από την άγρια δύση.
Αλλά εντάξει, δεν μπορώ να κάνω πολλά για αυτό. Έτσι θα γίνει το μακελειό στο τέλος, με ότι έχει ο καθένας.
[ανατέλλων τρόμος]
Τζόνι σε ψηλό
JavaScript Isn't Scheme
It seems like I can’t spend five minutes on reddit these days without someone playing the JS-is-Scheme is card. I see everything from the innocuous, “JavaScript has a lot in common with Scheme”, all the way up to, “JavaScript is basically Scheme.” This is basically crazy. Or, at least it has a lot in common with crazy.
Before I convince you that it’s crazy, let’s step back a bit and ask why would JS adherents make a statement like this to begin with? You don’t hear people saying, “Yeah, FORTRAN is basically Icon” or “Sather has a really solid SNOBOL core,” do you? Why this arbitrary pairing? After meticulous scientific research, I’ve discovered two historical reasons and one weird psychological one.
A Creation Myth
Way back in the misty primordial days of the web when “under construction” banners were everywhere and wild <font> tags roamed free, there was a mighty programmer named Brendan Eich. There is still a mighty programmer named Brendan Eich, but there was one then too.
He appeared, in a curling cloud of smoke, at the office of Netscape with a moral imperative to bring Scheme to the browser. Alas, the suits shut that shit down for reals, like they do most higher purposes. What he ended up slapping together in ten fevered days instead was JavaScript, a language designed to look like Java and act like anything but.
Given that it didn’t have Java’s semantics, what semantics did it have? Later historiographers started trying to fill in that blank. Since Scheme was Eich’s original BFF, they surmised that’s where it gots its semantics from. The hypothesis was that Eich garbed his creation in a sheepskin of semicolons and curly braces to appease his corporate overlords, but that sexy wolf was inside the whole time.
This is, of course, totally wrong. The animal under that sheepskin is Self, not Scheme. (And it’s a cut-rate knock-off at that, with only single parent delegation.) But who on Earth remembers Self, right? So this is myth numero uno: Eich intended to make Scheme at first, so JavaScript must still have deep Scheme roots hiding in there.
A Savior to Spread the Gospel
That myth wasn’t created until much later, though. Before then, a funny thing happened. One day, Netscape woke up from a truly epic bender to discover it had jammed a scripting language onto the web and millions of people were using it. Literally none of them liked it. Not one.
It was just this weird thing you had to deal with get that awesome rollover over animation to sort-of work on your 640x480 “works best in Netscape 3.0” Geocities page. That drop-down menu ain’t gonna animate itself, you know.
Around that time, this weird guy came along named Douglas Crockford. Unlike most of the teenage amateur-hour web designers at the time (your humble author included), he was an honest-to-God computer whiz. While the rest of us meatheads were using Dreamweaver and notepad, he was probably using emacs, or ed or, who knows, troff. He’d worked in video, and games, and videogames. To further cement his nerd pedigree, he was a bonafide language geek.
Somehow, probably involving alcohol, hard drugs, and a series of lost bets, he went from that auspicious start to end up coding JS. Unlike almost everyone else using JS at the time, he had seen better languages: Scheme, Smalltalk (I think), even E. (The language, not the drug, though I wouldn’t put either past him.)
Usually, touching Scheme or Smalltalk inflicts an incurable disease whose primary symptom is involuntary sneering and derisive snorting in the presence of any other language. Somehow, Crockford managed to fight off his infection, tear into JavaScript, and gaze deep into the abyss at its center. What he claims he saw was a functional language. Scheme to be precise.
He came back from his spirit walk, enscribed his gospels and began proselytizing from the Good Book. He told anyone and everyone, often more than once that:
JavaScript’s C-like syntax, including curly braces and the clunky for statement, makes it appear to be an ordinary procedural language. This is misleading because JavaScript has more in common with functional languages like Lisp or Scheme than with C or Java.
Crockford has a way about him. Part of this is because his background is legimately impressive. He has and continues to do many great things. He is a figurative and literal graybeard, while also staying on the cutting edge. And he has a delivery that is equal parts insight and cranky-but-lovable curmudgeon. In other words, he’s your Dad, and you damn well listen to your Dad when he’s talking to you.
The Huddled Masses
Soon, a new generation of programmers found themselves in a strange position. Many of them had stumbled onto programming as kids right when the web was new. Their first language was the one they already happened to have on their computer: JavaScript. It started as a toy in their youth, yet they found themselves using it professionally years later, despite the fact that no one seemed to take the language seriously.
Put yourself in their shoes (if you aren’t already). Imagine being a construction worker surrounded by big burly dudes, arm hair fluttering in the winds of their swinging hammers. And you’re there pushing in nails using this ragged spit-stained blankey you’ve had since you were a kid. It’s embarrassing, despite the fact that your blanket does actually get those nails in. Somehow.
You feel insecure, a bit of a weakling. You’re a Belieber at a Meshuggah show and what you could really use is some street cred.
In some weird organic process, the pantheon of programming languages have ordered themselves in terms of prestige. It’s as random but undeniable as music and fashion. Radiohead is on one end, and Nickelback is on the other. No one knows precisely how they got there, but there they are.
On the Radiohead end, you’ve got Common Lisp, Scheme, Smalltalk, and a few others. Scheme is even more Lisp than Lisp, so it’s like that weird avant garde band no one’s heard of that Radiohead always claims inspired their latest album. If Lisp is Radiohead, Scheme is Kraftwerk.
For all of the people who found themselves using JavaScript but feeling that hot flush of shame, Crockford gave them an answer. JS wasn’t some sell-out radio rock band. It was edgy, obscure. It was Scheme.
Not just that, but it was secretly Scheme. So if you were into JS, not only were you using one of the coolest languages, you were one of the select enlightened few who knew how cool it was. You may be listening to Coldplay, but only because Brian Eno produced it.
This “JS = Scheme” meme was hugely legimitizing to a horde of programmers feeling unsure of themselves in the face of grizzly C programmers who allocated their own damn memory, probably right after building their own computer out of rocks and twigs.
But Is it True?
I may be a bit hyperbolic. Just a tad. But I think that’s roughly how we got here. Lots of programmers believe JavaScript is “basically” Scheme because it gives them something they want to believe: that the language they choose to use has some cachet and they don’t have to feel bad about it anymore. And, honestly, almost no one knows enough Scheme to tell if it’s true or not anyway.
Well I, armed with an encyclopedic knowledge of programming languages and a not-as-dog-eared-as-I’d-like-to-admit copy of SICP, do. We’re gonna put this myth to bed right now. Here’s the defining characterists of Scheme, the stuff whose gestalt makes Scheme special:
-
Minimalism.
-
Distaste for mutation.
I know we could fight about a few things on this list, but I think that’s pretty tight. Now, for JavaScript to be “basically” Scheme, I’d expect a pretty close correspondence there. Of that list, here’s what JS has:
-
Minimalism.
-
Dynamic typing.
-
First-class functions and closures.
Don’t tell me it’s got lexical scope, because JavaScript’s scoping is an abomination in the face of God. Guy Steele isn’t even dead and JS scope makes him pre-emptively roll in his not-yet-occupied grave. Likewise, claiming JS is homoiconic because you can eval strings of code is nonsense. If that’s the only criteria for homoiconicity, then C is too, since you can treat an array of bytes as code and jump to it.
But, to be fair, it does have some stuff in common. So maybe it’s a fair comparison? I guess the real way to tell would be to compare Scheme to some other languages. The big feature that everyone harps on is closures. Maybe just having closures means you’re basically Scheme.
If that’s true, then C#, Lua, D, Erlang, Haskell, PHP, Scala, Go, Objective-C, Python, Ruby, and Smalltalk are basically Scheme. In other words, if JavaScript is Scheme by that criteria, then every language is Scheme, which of course means none of them are.
This is why the “JS = Scheme” meme drives me crazy: it makes us dumber. It’s a thought-terminating cliché. It carries negative informational content and makes people actually know less about languages than they did before.
If you think JavaScript is one of the most Scheme-like languages out there, then you’re missing out on the fact that Forth is really minimal, Dart has great scoping, Lua does tail call elimination, Haskell and Ruby have continuations, C# has dynamic typing, Io is homoiconic, Go has closures, Scala has macros, and Clojure seriously dislikes mutation.
At the same time, we’re ignoring the things about JavaScript that make it not Scheme. It’s got a much richer syntax including a great notation for data. I’m not a huge fan of prototypes (anymore), but it’s an interesting dispatch model that Scheme doesn’t have.
Equating JavaScript to Scheme does Scheme a disservice, but it does JavaScript one too. If you’re going to be a JavaScript fanboy (fangirl? fanperson?), fine, but be a JavaScript fanboy, not a Scheme-by-proxy one. Telling people it’s “basically Scheme” is still just a way of saying you’re ashamed of it.
If you’re ashamed of JavaScript, don’t use it. (There are plenty of options these days.) And if you do like it, like it for what it is, not the tiny subset of what it is that it has in common with some other random language.
Περί υποδοχής
Βασίληςμαζί με τα τελευταία τζιτζίκια του 20ού αιώνα
μπαχάρ* 5
3/7
το τραμ έχει φιαχτεί για τα πιτσιρίκια που παν για μπάνιο. ανεξαρτήτως ώρας είναι φίσκα, ακόμα και σήμερα το απόγευμα εκθρονίζοντας το πλάνο να διαβάσω το βιβλιαράκι μου όσο λικνίζομαι απαλά στην παραλιακή. κανένας σεβασμός στα χρόνια μου, στεκόμαι λοιπόν στην πόρτα και πίσω από το τζάμι χαζεύω τους λουόμενους που ξεκινάν πια από το φάληρο. σε αυτό το κομμάτι του φαλήρου πάντα σκέφτομαι την ιστορία που έλεγε η μαμά μου όταν στις 7.30 πμ που παλιότερα πέρναγε με το λεωφορείο για τη δουλειά, κάτι λιγοστές γιαγιάδες τέλειωναν το πρωινό τους μπάνιο και ντύνονταν. για να μην τις δουν όμως οι φίλες τους που ήταν ακόμα μέσα ή κάπως πιο πίσω, γύρναγαν την πλάτη τους στη θάλασσα και άλλαζαν προς την παραλιακή, δεκάδες εργαζόμενοι στα λεωφορεία για τη δουλειά να βλέπουν ημίγυμνες γιαγιάδες πρωί πρωί, όλες σαν βούλες, με τα άσπρα τους στρογγυλά καπελάκια, να οριοθετούν την παραλία. αλλά τώρα είναι πάρα πολλές οι βούλες, πού βρέθηκαν όλοι αυτοί, γιατί κάνουν μπάνιο δίπλα σχεδόν από την εκβολή του Κηφισού; παντού καπελάκια, καθιστοί σε ψάθες, στα βράχια, ένας ψαρεύει, δύο παιδάκια πάνω σε ένα κανό, μία κυρία με παιδιά, μέσα από το τραμ κανείς δεν φαίνεται να κινείται, όλοι σταματημένοι στον χρόνο, σαν μεταφορά του île de la grande jatte στο έδεμ. παρακάτω ένας ηλικιωμένος κύριος ξυπόλητος με το μαγιό του κάνει τζόγκινγκ στο τσιμέντο, κυκλώνει το άγαλμα του κων/νου παλαιολόγου και κατευθύνεται προς κάτι παππούδες που παίζουν σκάκι, ένα μεσήλικο ζευγάρι με βρεγμένα ρούχα κρατιέται χέρι-χέρι. πιο κάτω στον άλιμο κάνουν απόβαση όλα τα πιτσιρίκια, κυρίως κορίτσια, καυτό σορτς, σαγιονάρες, μακριά μαλλιά, βαριεστημένο βλέμμα. κάθομαι.
Ο γύρος της Ψυττάλειας σε 160 χρόνια
Όμως πέρα από τα συναισθήματα υπήρξε και κούραση 160 χρόνων. Μια εξουθένωση που ήταν όμως γλυκιά, γιατί ήξερα ότι εκείνη τη στιγμή η πνευματική εργασία συνομιλούσε με την χειρωναξία, κάτι που ήταν εξαρχής ο κύριος στόχος του εγχειρήματος.
Στιγμιότυπα τριετίας (II)
Κατερίνα Δραμιτινού, Credo
Why mobile web apps are slow
Η ρεμπέτα, οι δερβίσηδες κι οι φίλοι
Ξεφυλλίζω τώρα ένα φοβερό βιβλιαράκι (συνοδεύεται από ένα σιντί με σπάνιες, συλλεκτικές παλιές ηχογραφήσεις), το Από τον ταμπουρά στο μπουζούκι. Η ιστορία και η εξέλιξη του μπουζουκιού και οι πρώτες του ηχογραφήσεις 1926-1932 του Σταύρου Κουρούση. Το βιβλίο είναι εξαιρετικό, γραμμένο με μεράκι και πολύ ψάξιμο, και αξίζει να το διαβάσετε ακόμα και αν δεν έχετε ιδέα από έγχορδα και κουρδίσματα (ούτε εγώ έχω), όσο για το σιντί είναι ένα συλλεκτικό επίτευγμα.
Εδώ όμως θέλω να σταθώ σε κάτι που μόνο σε μια μικρή σημείωση του βιβλίου αναφέρεται (σελ. 67 σημ. 60), οπότε ας μη θεωρηθεί ότι τρέχω να γκρινιάξω! Πρόκειται για τη θεωρία ότι το ρεμπέτικο προήλθε από το αρχαίο ρ. ρέμβω και το μεσαιωνικό ρεμβός. Πριν από σχεδόν ένα χρόνο είχα κάπου την ίδια κουβέντα, οπότε μου φαίνεται καλή ιδέα να τη συνοψίσω εδώ (στην πραγματικότητα ξαναλέγοντας κάτι που έχει ξαναειπωθεί, με λίγες προσθήκες).
Η θεωρία για το ρέμβω εμφανίζεται χάρη σε μια αναφορά στον Δουκάγγιο ή για την ακρίβεια τον Charles du Fresne, sieur du Cange ή Ducange (1610-1688), συγγραφέα ενός περίφημου λεξικού των ελληνικών του Μεσαίωνα που θεωρείται απαρχή της λεξικογραφίας των νεότερων ελληνικών.
Εδώ λοιπόν, (Charles Du Cange, Glossarium ad Scriptores Mediae et Infimae Graecitatis, I-II, Λυών 1688, τόμος ΙΙ, σελ. 1289), διαβάζουμε:
ΡΕΜΠΈΤ, Rebet, Potus species. Vox Arabica. Assisae MSS. Regni Hierosol. cap. 297. το δίκεον του ρεμπέτ, &c. και απέ το κράσι το φέρνουν απέ το λεκίαν, &c.
Η λέξη δηλαδή καταγράφεται ως αραβική (vox Arabica) και σημαίνει potus species, δηλαδή είδος ποτού -τα παραδείγματα είναι από μεσαιωνικές ασίζες, νομικά κείμενα του σταυροφορικού βασιλείου της Ιερουσαλήμ. Η επόμενη εγγραφή έχει περισσότερο ενδιαφέρον:
ΡΕΜΠΙΤΌΣ, Erro. Glossae Graecobarb. αλαός, ρεμπιτός, πλανημένος, τυφλός, μάταιος· pro Ρεμβός. Glossae Basilic. Ρεμβός, ο μικρός φυγάς, και εκ του εναντίου ο φυγάς μέγας, ρεμβός έστι· κυρίως ότι Ρεμβός εστιν ο συνεχώς αναιτίως πλανώμενος, και τους καιρούς εις ανόνητα δαπανών, και βραδέως εις τον οίκον αναστρέφων.
Α ναι, στην προηγούμενη σελίδα έχει και το ΡΕΜΒΌΣ (Vide Glossas Basilic.), του οποίου λέει «ελληνοβάρβαρη» παραφθορά είναι το ρεμπιτός. Το Glossae Graecobarb., στο οποίο παραπέμπει ο Ντυκάνζ, είναι το Glossarium graeco-barbarum. In quo vocabula quinque millia quadrigenta, officia atque dignitates imperii Constantino, tam in palatio, quam Ecclesia aut militia, explicantur & illustrantur (Λέιντεν 1614) του Johannes van Meurs ή Ioannes Meursius (1579-1639). Εκεί διαβάζουμε (σελ. 470):
Ρεμπιτός: Erro. Glossae Graecobarbarae. αλαός· ρεμπιτός· πλανημένος· τυφλός· μάταιος.
Προσέξτε, εδώ, ότι ο τίτλος του έργου του Μέρσιου δηλώνει ότι θα μιλήσει για τη γλώσσα «στην οποία μιλούσαν και έγραφαν εκκλησιαστικοί και στρατιωτικοί στην αυτοκρατορία του Κωνσταντίνου» –αποδελτιώνει δηλαδή όχι καμιά σύγχρονή του γλώσσα, αλλά τις βυζαντινές πηγές: αυτά τα ελληνικά ονομάζει «ελληνοβάρβαρα», σε αντιδιαστολή, φαντάζομαι, με την αττική διάλεκτο (φανταστείτε ότι αλαός, τυφλός δηλαδή, είναι λέξη ομηρική που εμφανίζεται δυο-τρεις φορές στην κλασική γραμματεία· μετά, πάπαλα).
Το Glossae Basilic. πάλι (όπου παραπέμπει ο Ντυκάνζ για το ρεμβός) είναι σχόλια στα Βασιλικά του Λέοντος του Σοφού, σε ένα έργο δηλαδή του 9ου αιώνα τα σχόλια του οποίου φτάνουν μέχρι τον 13ο. Με άλλα λόγια: ο Μέρσιος αποδελτιώνει μια λέξη (ρεμπιτός) σε κάποιο βυζαντινό κείμενο, και ο Ντυκάνζ ή αν προτιμάτε όχι ελληνοβαρβαριστί Δουκάγγιος αντιγράφει τον Μέρσιο και προσθέτει ότι η λέξη είναι παραφθορά του αρχαιότερου ρεμβός, για το οποίο παραπέμπει σε μεσοβυζαντινά σχόλια.
Πόσο παλιά θα πάνε αυτοί οι ρεμπέτες; Ή, αντίστροφα: τι μας λέει ότι πραγματικά αυτή η περίεργη λέξη, ρεμπιτός, ήταν σε χρήση τον 19ο αιώνα οπότε και θα εμφανίστηκαν (φαντάζομαι δεν υπάρχει αντίρρηση σ’ αυτό) οι πρώτοι ρεμπέτες, όπως και να τους λέγανε; Εδώ σκοντάφτουμε σε ένα εμπόδιο για την ώρα αξεπέραστο: το μνημειώδες Λεξικό της μεσαιωνικής ελληνικής δημώδους γραμματείας 1100-1669, του Εμμανουήλ Κριαρά, έφτασε πρόσφατα (πέρσυ για την ακρίβεια) στο γράμμα ρ, ωστόσο -μη χαίρεστε- όχι πέρα από τη λέξη ραβέντι. Αν ωστόσο πάρουμε υπόψη μας ότι ο προηγούμενος τόμος είχε βγει ένα χρόνο πρωτύτερα, το ’11, υπάρχουν ελπίδες να μάθουμε πολύ σύντομα αν η λέξη όντως επέζησε στα ελληνικά ή πρόκειται μόνο για τη μούμια ενός βυζαντινού όρου, πιθανώς νομικού, που φυλάχτηκε ως κόρη οφθαλμού στα λεξικά των ουμανιστών φιλόλογων που δεν είχαν ποτέ ταξιδέψει σε μέρη όπου μιλούσαν ελληνικά και ξεσκόνιζαν τη βυζαντινή γραμματεία…
Γιατί αλλιώς υπάρχει ένα πρόβλημα: μια λέξη που πιθανότατα δεν ξαναεμφανίζεται μετά τις σταυροφορίες, ή τουλάχιστον (αν θεωρήσουμε ότι ο Μέρσιος είχε κάποιον πληροφορητή αλληλογράφο) τελευταία φορά μαρτυρείται στις αρχές του 17ου αιώνα, πώς ξαναεμφανίζεται με τόσο συγκεκριμένο περιεχόμενο… χμ, χμ… πότε; Ναι όντως, πότε πρωτοεμφανίζεται η λέξη ρεμπέτης ή ρεμπέτικο;
Εδώ η συνήθης άποψη είναι εκείνη του Πάνου Σαββόπουλου, ότι η λέξη ρεμπέτικο (για τη λέξη λέμε πάντα!) δηλαδή πρωτοεμφανίζεται σε ένα δισκάκι γύρω στο 1912 και ότι (δανείζομαι την περιληπτική απόδοση από τον Νίκο Σαραντάκο) τη λέξη την έπλασε κάποιος έξυπνος διευθυντής εταιρείας δίσκων (ή στέλεχος εταιρείας) που ήξερε το ρέμπομαι και το ρεμπετός, στο μοντέλο μποέμης -μποέμικο, ρέμπομαι-ρεμπετός-ρεμπέτικο. Ισχύει-δεν ισχύει, πάλι δεν μας διασαφηνίζει πότε εμφανίζεται η λέξη, έστω όχι ρεμπέτικο αλλά ρεμπέτης ή τέλος πάντων κάτι παρόμοιο. Να βγήκε με βυζαντινές λέξεις διαφημιστικό κόλπο (και να έπιασε κιόλας!) για λαϊκό άσμα, λίγο δύσκολο ακούγεται. Για να μην πολυλογούμε, νομίζω ότι το συγκεκριμένο θέμα λύθηκε μάλλον οριστικά και μάλιστα από τα σχόλια αυτού εδώ του ταπεινού ιστολογίου, όταν το spatholouro (που, επιτρέψτε μου να ξέρω, δεν είναι κανένας τυχαίος) σχολίασε στη σχετική κουβέντα:
[Γ]ια τους ρεμπετοερευνώντες είναι λουκουμάκι σκέτο το βιβλίο του Μηνά Χαμουδόπουλου, “Οι μυστηριώδεις νυκτοκλέπται” (Σμύρνη 1871), καθώς εκεί πρωτοαπαντά, ως φαίνεται έως τώρα, η λέξη “ρεμπέτα”, στο θηλυκό μάλιστα, όπως ξεκίνησε και η λέξη “μάγκα”.
Είναι μάλιστα εντυπωσιακό ότι ο όρος αυτός απαντά 38 φορές στο βιβλίο αυτό. Παραθέτω ενδεικτικά: «το καμάρι της Ρεμπέτας», «τα παιδιά της Ρεμπέτας», «το στολίδι της Ρεμπέτας», «εις τας τάξεις της Ρεμπέτας», «η ρεμπέτα έπεσε σε μπαγάσικα χέρια», «η ρεμπέτα το’ χει τούμπανο και συ κρυφό καμάρι», «για το ονόρε της ρεμπέτας», «η ρεμπέτα δεν αφίνει τα παιδιά της να πεινάσουν», «τόσα χρόνια είμαι μέσα στη ρεμπέτα», «το’ χουν τιμή τους να’ νε μέσα στη ρεμπέτα».
Στη σελίδα 11 δίνεται και ο ορισμός της (με τη λέξη Ρεμπέτα «ονομάζουσιν οι νυκτοκλέπται το σύνολον των νυκτοκλεπτών).
Το βιβλίο του Χαμουδόπουλου έχει και πρόσθετο ενδιαφέρον, σε ό,τι αφορά το αργκοτικό λεξιλόγιο που ενσωματώνει σποράδην, και μάλιστα σε μια τόσο πρώιμη εποχή, 56 χρόνια πριν από το Τουμπεκί… του Πικρού.
Εδώ συναντάμε λέξεις και φράσεις αποσπασμένες από τον κορμό μιας πρώιμης συνθηματικής γλώσσας: μπανιστής (=κατάσκοπος), σβελτσέτα και καπατσιτά, σαπουκαλίδες (=όσους, αφού περάσουν από φυλακή, μετά με ψύλλου πήδημα τους κουβαλάνε μέσα), πλιάτζικα (=τα κλοπιμαία), σκυλόστομο (=το κρεμαστό κλείθρο, κοινώς λουκέτο), παίρνω πρόβες (=βγάζω κέρινα αντίτυπα των κλείθρων), γκόμινες, φούρκα (=φυλακή;), σουμπέ (=υποψία), ρουκάνισμα (=διάρρηξη), μπουταλάς, κολαούζι, κόβω λάσπη, τσατ πατ, σακουλεύομαι, σουσούμια, μονόφθαλμο (ευμεγέθης κύλινδρος, εντός του οποίου τίθεται μακρύς κηρός −αντί για χαρτοφάναρο), βγαίνω φλούδα (παίρνω μηδενικό μερτικό από κλοπή »).
Το ληξιαρχείο λέξεων λοιπόν μπορεί νομίζω άνετα να αποφανθεί ότι η πρώτη μορφή της λέξης είναι η ρεμπέτα, με τη σημασία που αργότερα στην Ελλάδα απέκτησε π.χ. η φάρα, και ότι χρονολογείται το αργότερο το 1870 (Δεν λέω ότι μόνο ο spatholouro και όσοι διαβάζουν Δύτη το ξέρουν, αλλά ας πούμε δεν μπορώ να μπω στην “Κλίκα“, το διαδικτυακό περιοδικό, όπου πήρε το μάτι μου ότι έχει γραφτεί κάτι σχετικά). Ο Χαμουδόπουλος, διαβάζω, γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1843 και έζησε εκεί μέχρι το 1880, οπότε έφυγε για την Πόλη.
Ναι, πόθεν όμως η λέξη «ρεμπέτα» (που, λέει, χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα στη Λέσβο, με την έννοια του άσωτου γλεντοκόπου); Νομίζω ότι το χάσμα από τον Μέρσιο (αν…) στο Χαμουδόπουλο (πάνω από δυόμισυ αιώνες!) είναι πολύ δύσκολο να γεφυρωθεί –εκτός, δηλαδή, αν μας διαψεύσει ο επόμενος τόμος του λεξικού του Κριαρά όταν βγει. Μια συνήθης ετυμολογία είναι από το τουρκικό rabιta, που σημαίνει δεσμός, αδελφική φιλία. Αντιγράφω, για παράδειγμα, από το λεξικό του Ιωάννη Χλωρού (Κων/πολη 1899):
رابطه ραπ̇ητά, κ. ραπ̇ουτά [πάνω από το π έχει μια τελεία, δηλ. b] δεσμός, συνάφεια, σχέσις, αφοσίωσις, τάξις, κανών, διάταξις: rabıta-ı ihvet δεσμός αδελφότητος, αδελφικός· rabıta-ı muhabbet δεσμός αγάπης, φιλίας· rabıta-ı kalbiyye δεσμός, σχέσις εγκάρδιος [κλπ.]
Έχω την εντύπωση ότι το βασικότερο πρόβλημα εδώ (κατά τα άλλα μια χαρά!) είναι ο τονισμός, δηλαδή πως το ραμπιτά έγινε ρεμπέτα και όχι ξερωγώ ραμπουτάς. Πάμε όμως στα σύγχρονα λεξικά μας: Το ΛΝΕΓ, του Μπαμπινιώτη δηλ., το ετυμολογεί «πιθανώς από το τουρκ. [αραβικό δηλ.] rıbat». Και πράγματι, στο λεξικό του Redhouse η λέξη έχει τις εξής ενδιαφέρουσες σημασίες: 1. bond, band, tie 2. inn; military station on a frontier 3. lodge for dervishes 4. nerve, tendon. Ο παλιός (ο αυθεντικός δηλαδή) Redhouse, του 1890 (Sir James W. Redhouse, A Turkish and English Lexicon, Κωνσταντινούπολη 1890), έχει περισσότερες σημασίες:
رباط A college; a poor-house; a surgical bandage; a love-charm; a snare for game
Έχει επίσης τη λέξη rıbati (τονίζεται στη λήγουσα, αλλά στα αραβικά στην παραλήγουσα, δηλ. ριμπάτι) που σημαίνει pertaining to anything termed ribat. Θα μπορούσε αυτό το ριμπάτι να δώσει τον ρεμπέτη; Αν τονιστεί στην παραλήγουσα, δείχνει πιο πολύ αραβικό παρά τουρκικό περιβάλλον -αλλά πάλι, ο Πετρόπουλος κάπου γράφει ότι το χασίσι, λέει, ήρθε στην Αθήνα από “πρώην φυλακισμένους του Μισιριού” ή κάπως έτσι. Στη Σμύρνη όμως;
Ας δούμε λίγο καλύτερα αυτή τη λέξη, το ριμπάτ. Το λεξικό του Χλωρού, εδώ, μας δίνει:
رباط νήμα, δεσμός: rıbat-ı muhabbet δεσμός αγάπης· κατάλυμα, οίκος, μοναστήριον δερβισών
καθώς και ριμπατ-ί “γραμμώδης, δεσμώδης [βοτ.ανατ.]” που είναι μάλλον άσχετο. Το λεξικό του Νισανιάν δεν την θησαυρίζει, βέβαια, αλλά να τι γράφει ο Μενίνσκι, στα τέλη του 17ου αιώνα:
رباط rıbât (μπλα μπλα) Pl. رباطات ribâtât. Firma structura, alias karban seraj, müsâfırler iciun japylan tekje. Diversorium publicum, Xenon, fabrica, aedificium publicum. Hosteria, o casa grande publica per alloggiare le Carauane, e gl’altri Passaggieri, edificio, fabrica, et statio in Confiniis. [κλπ, κλπ.]
δηλαδή, με λίγα λόγια, δερβισικός ή μη ξενώνας, καραβανσαράι. Πάμε κάναν αιώνα πιο μετά στο λεξικό των Jean Daniel Kieffer – Thomas-Xavier Bianchi, Dictionnaire turc-français à l’usage des agents diplomatiques et consulaires, des commerçants, des navigateurs et autres voyageurs dans le Levant, 2 τ., Παρίσι [A l’imprimerie royale], 1835-1837:
رباط ribâth, 1. Edifice où logent les caravanes. 2. Partie considérable de la ville de Salé, en Afrique. 3. Station sur les frontières.
Πάλι καραβανσαράι ή μεθοριακός σταθμός δηλαδή, αλλά και ένα κομμάτι της διαβόητης πόλης των πειρατών της Μπαρμπαριάς, του Σαλέ! Ένα λεξικό πιο κοντά στον Χαμουδόπουλο, εκείνο του Julius Theodor Zenker, του 1866 (Dictionnaire turc-arabe-persan, Λειψία 1866):
RYBÂT. lieu de station ou de garnison (des soldats, moines, etc.); édifice fortifié; hôtellerie, hospice; ermitage. Ort wo Soldaten oder Einsiedler, Mönche u. dgl. stationiren; Garnisonsort; befestigter Ort, Haus, Blockhaus u. dgl. mit Besatzung; Mönchshospiz; Einsiedelei. (…) - رباطیّ RYBÂTÎJ. hôtellier. Wirth oder Verwalter eines Herbergshauses u. dgl.
Σταθμός φρουράς, ξενώνας, άσυλο δερβίσηδων και τέτοια. Ριμπατί ο ξενοδόχος, επίσης. Έχει και ένα άλλο, «θάρρος, σταθερότητα», που δεν βρήκα μ’ αυτή τη μορφή (την αραβική, που τελειώνει σε -α ή -ε, ριμπάτα ή ριμπατέ δηλαδή) στα άλλα λεξικά (π.χ. ο Χλωρός το έχει « رباطت ριπ̇ατάτ γενναιότης, ευστάθεια»):
رباطه RIBÂTE. action de raffermir. Befestigung. رباطه القلب [rıbâtetü'l-kalb] assurance, courage. Beherztheit, Muth. – [RIBATE] ETMEK, encourager. Muth einsprechen.
Μια και πήραμε σβάρνα τα λεξικά, ας δούμε και κάτι οθωμανο-οθωμανικό (Şemseddin Sâmî, Kâmus-ı Türkî, Κωνσταντινούπολη (İkdâm Matba’ası) 1900), απ’ όπου μεταφράζω:
1. Δεσμός, τάξη. 2. Γερό κτίριο. 3. Κτίριο προορισμένο για την παραμονή ταξιδιωτών, όπως τεκές ή καραβάν-σαράι.
Χμ. Είναι άραγε πιο πιθανό από το απλούστερο ραμπιτά, τον «δεσμό» δηλαδή; Στο κάτω-κάτω, το πρόβλημα του τονισμού πάλι δεν λύθηκε, εκτός αν υποθέσουμε ότι το ριμπάτι, που (με αυτό τον τονισμό, κάπου στην Αλεξάνδρεια ή στο Χαλέπι ξερωγώ) πρέπει να σήμαινε κάτι σαν τρόφιμος δερβισικού ξενώνα ή πτωχοκομείου, έγινε ρεμπέτης (όπως ο δερβίσης άλλαξε σημασία στον ελληνικό ντερβίση, δηλαδή), ήρθε στη Σμύρνη και από εκεί βγήκε η ρεμπέτα. Ξεκίνησα πιστεύοντας ότι είχε δίκιο εδώ ο Μπαμπινιώτης, νομίζω όμως ότι τελικά η άλλη ετυμολογία (το ραμπιτά) δεν κλονίστηκε ιδιαίτερα.
*
Τελειώσαμε;
Χμ, όχι! Μας έχει μείνει ένα (και πολύ καλό) ελληνικό λεξικό, το ΛΚΝ του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη. Όπου διαβάζουμε:
ίσως θ. της σλαβ. λ. rebyonok, rebyata· ρεμπέτ(ης) -ισσα
Τι να πει κανείς τώρα. Το βάζω στον γουγλομεταφραστή που μου το βγάζει σλοβένικο αλλά χωρίς μετάφραση (rebyonok μοιάζει πάντως να σημαίνει «παιδί» και rebyata όχι το θηλυκό, αλλά ο πληθυντικός, κάτι σαν «φίλοι»). Ο λόγος στους σλαβομαθείς, λοιπόν. Για μένα η μόνη βεβαιότητα, για την ώρα, είναι ότι ο καημένος ο ρεμπιτός, όσο ωραία και γοητευτική ανακάλυψη και αν είναι, δεν έχει καμία μάλλον σχέση με τη ρεμπέτα της Σμύρνης ή οποιουσδήποτε άλλους ρεμπέτες.
***
Στην πραγματικότητα, έγραψα όλη αυτή την επίδειξη μάταιης έρευνας πρώτον, για να βάλω όλα αυτά κάπου να γκουγκλίζονται για να μην ταλαιπωριέται ο κόσμος όπως ταλαιπωρήθηκα εγώ να τα βρω και να τ’ αντιγράψω, δεύτερον, για να καταλήξω σε μιαν άσχετη, αλλά ρεμπετολογική ερώτηση. Διαπιστώνω ότι (τουλάχιστον όπου φτάνει το μάτι μου) κανείς δεν ξέρει τι, ποιος ή πού είναι το αντουλέ, που λέει ο Νταλγκάς σε ένα περίφημο αμανέ (που όσον αφορά την καταγραφή των στίχων του έχει κακοπάθει και αλλού, με τη Μενεμένη για παράδειγμα (Μενεμέν – πες μου πού ‘σαι gel hemen [έλα αμέσως] ακούω εγώ, και όχι ben bu işe hiç gelemem) να έχει γίνει «με λεν». Σε ένα βιντεάκι το βρήκα μέχρι και «Ανθουλέ»…
Καμιά ιδέα κανείς; Εδώ κάποιος δίνει τους τούρκικους στίχους (tabancası belinde λέγεται το τραγούδι, «με το πιστόλι στη μέση») σύμφωνα με την εκτέλεση του Μάρκου Μελκόν, ως haydende (με ερωτηματικό) –να λέει κάτι σαν «χάιντε ντε» άραγε;
Στιγμιότυπα τριετίας (I)
ιστορία
άλλοι γράφουν για να ζουν και ν' αναπνέουν
πίσω απ της βιτρίνας τα θρύψαλα ακούω την ψυχή σου
Βασίλης#griots

είμαι ένας αγανακτισμένος νέος. είμαι αυτός που τον χαρακτήρισες αντιεξουσιαστή. ένας από τους χιλιάδες φοιτητές. τους 10 κουκουλοφόρους που είμασταν χτές στους δρόμους της πάτρας. είμαι η βιτρίνα που δεν σπάστηκε ποτέ, η εικόνα της τράπεζας που βλέπεις να σπάει στην τηλεόραση και χαμογελάς. είμαι το λευκό πρόσωπο από το μαλόξ. το δάκρυ και η δύσπνια, η οργή και το μίσος. είμαι ο φόβος για το ίδιο χέρι που όπλισε χούλιγκαν και ασφαλίτες να σπάσουν βιτρίνες και όπλισε εσένα με τα ίδια κόμπλεξ να πετάς τούβλα στο γιό σου, στον αδερφό σου και να με κηνυγάς νιώθοντας ήρωας. είμαι το μέλλον που μου στέρησες. είμαι τα μαχαίρια και οι απειλές. οι φασίστες και οι ασφαλίτες και τα ματ, όλοι οι «αγανακτησμένοι πολίτες». είμαι το τρέξιμο στα στενά. είμαι η σφαίρες της αστυνομίας που έγινε εικόνα στα δελτία. η συνείδηση της τηλεόρασης. ο καναπές. η τρομοκρατία. η συνείδηση που δεν έχεις. είμαι αυτός που αυτός το ξέρει ότι μυρίζει άσχημα γιατί η ζωή είναι βρώμικη.

.jpg)

















