Βασίλης
Shared posts
BLAST FROM THE PAST: Issue 215 - StampedLock Idioms
Ψυττάλεια Β - Δεύτερη γραφή: αφαλός στο μέτωπο
|
|
τη δεύτερη γραφή του ποιήματος Ψυττάλεια Β.
Σε κάθε περίπτωση η ταχυδρομική διεύθυνση ισχύει.
σαλάγα τα
Βασίληςreader's block
Υπάρχει μια έκφραση που μου έρχεται συχνά στο μυαλό όταν κοιτώ ένα γύρω το γραφείο μου. Την είχα διαβάσει σ’ ένα από τα πρώτα μπλογκς που συνάντησα ποτέ στο διαδίκτυο. Ο πτωχός πλην τίμιος μπλόγκερ παραδέχεται το άγχος που του προκαλούν όλα τα αγορασμένα, αδιάβαστα βιβλία του και τα παρομοιάζει με προβατάκια που σέρνει εδώ κι εκεί: “πάνω από δέκα, δεκαπέντε βιβλία τα σαλαγάω όλα μαζί, μισοδιαβασμένα, σαν προβατάκια στον κατήφορο”. Ο άνθρωπος έχει γράψει δεκάδες τρομερά κείμενα, αλλά εγώ κόλλησα στα πρόβατα, με αυτό ταυτίστηκα. Ίσως να ‘ναι και θέμα εντοπιότητας, τι να πω;
Τον πρώτο καιρό του διδακτορικού δεν υπήρχε μία, είχε μόλις καταρρεύσει και το ΙΚΥ, μπάι μπάι μάι λαβ υποτροφί γκουντμπάι, δεν υπήρχε τίποτα να προσμένει κανείς. Δανειζόμουν απο τη βιβλιοθήκη ό,τι βιβλίο χρειαζόταν, τα στοίβαζα, μετά έπρεπε να τα επιστρέψω, αδιάβαστα σαφώς, έτρωγα και το πρόστιμο για την καθυστέρηση. Μια φορά το πρόστιμο έφτασε στις 18 λίρες και δεν με άφηναν να πάρω άλλα αν δεν το εξοφλούσα. Είχα στεναχωρηθεί πάρα πολύ γιατί ήταν τα τελευταία μου λεφτά. («Είναι δυνατόν 18 λίρες να ήταν τα τελευταία μου λεφτά;» σκέφτομαι σήμερα. Κι όμως). Τώρα που τα πράγματα έχουν πια στρώσει (αλλά έχει ξεστρώσει το διδακτορικό με τόση δουλειά για τα προς το ζην), αγοράζω αβέρτα. Δεν διαβάζω τίποτα. Υπάρχει ρήντερζ μπλοκ; Αν ναι, το είχα από την αρχή. Παρόλα αυτά λέω να είμαι καλυμμένη για παν ενδεχόμενο. Μπαίνοντας δε στην τελική ευθεία, φαίνεται πως το άγχος μου έχει αποκτήσει δική του μορφή, πρωτοβουλία και πλάνο: να φτιάξει μια βιβλιοθήκη για την μεταδομιστική ηθική όλη δική του. Μου έρχεται η επιθυμία να συμβουλευτώ κάτι στις 3 το πρωί πχ.; Τώρα έχω την πρόσβαση (δε δουλεύω βέβαια ποτέ πια τη νύχτα αλλά ποτέ δεν ξέρεις). Θέλω να υπογραμμίσω; Μπορώ. Να κρατώ σημειώσεις πάνω τους; Κι αυτό γίνεται. Γενικά το άγχος μου βλέπει πολύ μακριά. Φροντίζει για μένα. Και κυρίως δε θέλει να περιμένω τον προηγούμενο δανειζόμενο να επιστρέψει κάποιο βιβλίο, προτιμά να περιμένω τον ταχυδρόμο από το άμαζον ντελίβερυ. Στοίβες σχηματίζονται στο πάτωμα (μήπως να αγόραζα και μια ακόμα βιβλιοθήκη αφού είμαι στο άμαζον;), τα δικά μου προβατάκια πια, για να γυρίσουμε στην παρομοίωση του Θας, δεν σαλαγούν κανένα κατήφορο, έχουν κόψει πάνω προς τον Άη Λια, έχουν πηδήξει πουρνάρια, γκρεμοτσακίστηκαν στα βάτα. Τά ‘φαγε το ζλάπ’. Βιβλία διαβασμένα; Να είχαμε να λέγαμε.
Τελευταία για να βάλω τη μηχανή ανάγνωσης μπροστά, χρησιμοποιώ για καλώδια μπαταρίας πόντκαστς – η Ε. είχε την τρομερή αυτή ιδέα, πως τα πόντκαστς θα με εμπνεύσουν. Κατέβασα λοιπόν δυο-τρία από το iTunesU, βρήκα κι άλλο ένα ονλάιν. Βέβαια δεν ξερω πώς το κάνει αυτή αλλά εγώ για να τελειώσω μιάμιση ώρα ακρόασης μου παίρνει μια ολόκληρη μέρα (δεν ξέρω πώς γίνεται αλλά γίνεται). Στην ίδια μέρα θα μπορούσα να είχα διαβάσει μισό βιβλίο – αν διάβαζα, να μην τα ξαναλέμε. Σε ένα πόντκαστ από το πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, πέτυχα αυτόν. Αφού ξεπέρασα το σοκ πως στην ηλικία μου είχε ήδη πάρει τένιουρ στο Γέηλ και είχε γράψει το πιο σημαντικό βιβλίο της δεκαετίας on deconstruction, άρχισα να ακούω πώς αποδομεί την ηθική της αποδόμησης. Με κούφανε το άτομο (για να το πω ακαδημαϊκά). Δεν νομίζω πως συμφωνώ, και ευτυχώς για μένα, γιατί αν έχει δίκιο στο ότι ο Ντεριντά δε μιλά κατ’ουσία για ηθική αλλά για την αποηθικοποίηση της ηθικής, μάλλον πρέπει να σκίσω επί τόπου 3 με 4 κεφάλαια της δουλειάς μου.
Μου αρέσει όμως το πώς όλο το επιχείρημά του εστιάζεται στην περατότητα της ανθρώπινης ζωής, το ότι συνειδητοποιεί και δηλώνει πως στα πλαίσια της ηθικής και όχι μόνο, τείνουμε να επικεντρωνόμαστε στην υπέρβαση με βάση την επιθυμία για αθανασία ενώ στην ουσία αυτό που κρύβεται πίσω από τις αγωνιώδεις προσπάθειες όλων μας είναι η «απλή» επιθυμία για επιβίωση.
Βέβαια δεν είναι καν σίγουρο πως τα λέει όλα αυτά: ενώ αγόρασα τα βιβλία του, δεν τα έχω (όπως προκύπτει από όλα τα παραπάνω) διαβάσει. Οπότε δεν ξέρω τίποτα. Αλλά με παρηγορεί απεριόριστα να έχω δίπλα μου αυτή τη στιγμή το ασπρομαυροκόκκινο αυτό γεωμετρικό σχήμα στο οποίο αναγράφεται κάτι που έχω συνεχώς στο μυαλό μου: dying for time. Είναι και πολύ απαλό στην αφή.
(ψόφια κέφια)
Στο τηλέφωνο σε παίρνω απ’ τη γωνία
κι όλο βγαίνουν κάτι άσχετοι
και η ώρα δεν περνά και η ώρα δεν περνά
κι είναι τώρα πια κοντά δυο-τρία χρόνια
που εξαιτίας σου έχω χάσει κάθε στιλ
κι η τροχιά του έρωτά μου μπαινοβγαίνει
απ’ τον φούρνο στην κατάψυξη
αλλά εσύ που με κοιτάς αφηρημένη
κάποιο φάλτσο αισθανόμουνα κι εκεί
στην αρχή που είχαμ’ οι δυο μας πρωτοβγεί.
Ευγενία Βάγια, lailapse, κυκλοφόρησε
στο επίπεδο της αφαίρεσης
Βασίλης"im stummen Dialog mit mir selbst, I was alone."
ο ουελμπέκ λέει κάπου πως μέσω του ψέματος συνειδητοποιείς απόλυτα κι επώδυνα την ατομικότητα της ύπαρξής σου σου. μια έφηβη απατά τον φίλο της για πρώτη φορά και εκείνη τη στιγμή καταλαβαίνει μια για πάντα πως η ενήλικη ζωή είναι μία αδιάκοπη αλληλλουχία ψεμάτων. η φωνή μιας παρόμοιας κοπέλας, όχι έφηβης αλλά απατημένης της ίδιας, που με κυνηγάει για τα δικά μου ψέματα μέσα σε έναν άγνωστο κήπο με πολλά επίπεδα, με ξυπνά κατά τις 7. θυμάμαι πως απόψε άλλαξε η ώρα, άρα είναι έξι. δεν πρόλαβα να δω αν ξέφυγα. ανοίγω το παράθυρο να δροσίσει, μένω ν’ ακούω τη βροχή και ένα μεταλλικό δερβίση που έχω στο περβάζι. κανονικά του βάζεις ένα κερί από κάτω και η θερμότητα τον κάνει να γυρίζει αλλά τώρα είναι ο αέρας της βροχής που αργά μα σταθερά τον περιστρέφει. σε λίγο ακούγεται καθαρότερα η στριγγιά του μετάλλου που κάτω από τη φούστα του ακουμπά στην ακίδα. είναι έτσι και η φωνή της; στριγγιά; δε θυμάμαι. πώς ακούς στο όνειρό σου τη φωνή κάποιου που δε θυμάσαι; ξέρω την προφορά της αλλά τη φωνή δεν μπορώ να τη φέρω στο νου όσο και να προσπαθώ.
Φωνές. Τι ωραία που θα ήταν αν μπορούσαμε να μεταφράσουμε σε λέξεις τις συγκινήσεις που έχουν προκαλέσει μέσα μας οι φωνές αυτών που αγαπήσαμε στη διάρκεια της ζωής μας! Παρ’ όλα αυτά τις κουβαλάμε μέσα μας, στο πιο βαθύ κομμάτι του εαυτού μας, σαν θησαυρό σε κοσμηματοθήκη που δεν μπορούμε να τη δείξουμε σε κανέναν, και της οποίας μονάχα εμείς διαθέτουμε το κλειδί. Ο ανύπαντρος θείος που φλερτάριζε τα κορίτσια, που καλλιεργούσε τη λογοτεχνία, που σκοτώθηκε σε δυστύχημα και που εμείς τον ακούσαμε, εκείνη την ίδια μέρα, να διηγείται μελαγχολικός μια ερωτική του απογοήτευση· ο άξεστος και τρυφερός παππούς ο οποίος, με έναν τόνο εξέγερσης που ακόμα δεν είχε σβήσει αλλά παραδόξως χαρακτηριζόταν και από μια νοσταλγική φλέβα, περιέγραφε το χαράκωμα στο οποίο πολεμούσε στον Μεγάλο Πόλεμο· η κυκλοθυμική αδελφή του παππού, κάποιες εποχές γενναιόδωρη σε χαρούμενους ήχους όπως εκείνοι ενός σπίνου, και κάποιες άλλες εξαιρετικά τσιγκούνα σε λέξεις, αποκαλύπτοντας έτσι την γκριζάδα της κατάθλιψής της. Και κάποιες άλλες φωνές: φωνές της παιδικής μας ηλικίας, της παιδικής ηλικίας του καθένα μας. Μα πώς να τις επαναφέρεις; Οι λέξεις που γράφουμε στο χαρτί είναι κωφές: ακολουθούν ματαίως εκείνες τις φωνές, χωρίς να κατορθώνουν ποτέ να πιάσουν τη χροιά τους. Βρισκόμαστε στο επίπεδο της αφαίρεσης, και η αφαίρεση δεν είναι μεταφράσιμη.*
βλέποντας τη χάνα άρεντ σε ένα χειμερινό σινεμά της θεσσαλονίκης μέσα στο κατακαλόκαιρο, το μυαλό μου κόλλησε από νωρίς σ’ένα στίχο: in the dialogue with me, I found myself alone. ή κάτι τέτοιο. με τα γερμανικά και τους διπλούς υποτίτλους δεν πρόλαβα να συγκρατήσω ποιος είπε τί, να βγάλω άκρη. το έψαξα μετά, το έψαξα πολύ. ανέθεσα σε άλλους που θα το έβλεπαν να το προσέξουν, ζήτησα σε γερμανόφωνους να το δουν στο γκουγκλ, σε όλους να έχουν το νου τους. κάθε φορά τους έδινα οδηγίες μεταφράζοντάς το και κάπως αλλιώς: in the dialogue with myself, I was mute; in the dialogue with myself, I found myself not there, στο διάλογό με τον εαυτό μου, ήμουν μόνη. μπορεί να επινόησα και 10 διαφορετικές παραλλαγές του στίχου στον καιρό που μεσολάβησε για να βρεθεί ο αρχικός. ένα βράδυ, μία παραλλαγή ήταν τόσο πετυχημένα ποιητική που κάποιος από την παρέα το έβαλε την επομένη στάτους στο φβ.
δεν μπορούσα να θυμηθώ αν ήταν η φωνή της άρεντ το μονο που μου έμεινε από μια χλιαρότατη ταινία. η Ε. έβγαλε τελικά το φίδι από την τρύπα: κατέβασε την ταινία, την παρακολούθησε προσεκτικά, έκανε παύση εκεί που έπρεπε: δεν είναι η άρεντ αλλά η φίλη της, μαίρη μακάρθυ που μιλά, δεν ξέρουμε ποιον παραθέτει αλλά δίκαια δε συγκρατήσα σε ποια γλώσσα ειπώθηκε, δεν ήταν μία. ο σωστός στίχος είναι:
im stummen Dialog mit mir selbst, I was alone.
Το απολιθωμένο γεγονός
Αυτό το στρώμα ήταν ο παγκόσμιος χάρτης της πρόσφατης ζωής της. Έχασκε άστρωτο εδώ και καιρό. Στην άκρη, απ’ τη μεριά εκείνου, έβλεπε ξεκάθαρα σταγόνες από κιτρινισμένο ιδρώτα. Λίγες κοντές τρίχες, σφηνωμένες στο ύφασμα. Δυο σκονισμένα ίχνη στο πλάι, από μια κλωτσιά που είχε ρίξει με το παπούτσι της, ένα Σαββάτο βράδυ. Αχνά περιγράμματα, από τα δυο σώματα αγκαλιασμένα, κουλουριασμένα σε εμβρυακή στάση, αποτραβηγμένα στις γωνιές. Το στρώμα είναι η διαρκής μνήμη. Μνημείο πεσόντων, που δεν τιμάει κανείς τις γιορτές. Χωρίς λουλούδια και καντήλι. Κι’ όμως, μπροστά του, στέκει συχνά, κοκαλωμένη, στα γόνατα πεσμένη, σε στάση προσευχής, έξι μήνες τώρα και κλαίει σιωπηρά, για ώρες. Εκεί, πάνω στο ξύλινο πάτωμα της κρεβατοκάμαρας θα την πάρει ο ύπνος. Θα κοιμηθεί αποκαμωμένη στην γωνιά, σα δαρμένο σκυλί. Στον καναπέ του σαλονιού. Σε κάποιο ξένο κρεβάτι. Αφού έχει πιει πολύ. Εδώ και έξι μήνες πίνει. Πίνει μέχρι να ξεχνάει το όνομά της. Μέχρι την γραμμή αυτή, που σε απελευθερώνει από ταυτότητα κι αρχίζεις να κατασκευάζεις ψεύτικες ιστορίες για την πάρτη σου. Πότε πιο δραματικές, πότε πιο επικές, μιλώντας –ανάλογα τον ακροατή-για γεγονότα που συγκινούν. Καθαρό δράμα, πάνω από ένα μισογεμάτο ποτήρι, πλέκεται στα χέρια μιας τσακισμένης γυναίκας.
το ψιλόβροχο
Στην κορυφή
ενός απολιθωμένου γεγονότος
κάτω απ’ τις σημαίες
φυτρώνει το δάκρυ των φτωχών.
Η πιο ακραία διαμαρτυρία είναι η σιωπή.
Δεν την αντέχεις.
Ψυττάλεια Β - Το μετανοημένο παλίμψηστο
Από τον 15οαιώνα κι ύστερα οι δισεκατομμύρια ανθρώπινες λέξεις εγγράφονται πάνω σε τόνους χαρτιού, αποψιλώνοντας αδιάκοπα τεράστιες εκτάσεις δασών ανά τον πλανήτη.
Δε στέκομαι στην οικολογία. Το μόνο που θέλω να πω είναι αυτό: όσο υψηλά νοήματα κι αν αγγίζει ενίοτε η λογοτεχνία, η ανθρώπινη γραφή δε θα πρέπει να παραβλέπει πως είναι καταδικασμένη να ενέχει εγγενώς την υπεροψία του ανθρώπινου είδους.
Ακυβέρνητες Πολιτείες
(Αλέξανδρου Σβώλου 28)
Κατάληψη Φάμπρικα Υφανέτ
Radiobubble
(Ιπποκράτους 146, Νεάπολη Εξαρχείων)
Χανιά
Πολυχώρος Πολυτεχνείο
(Χατζημιχάλη Νταλιάνη 40)
Η αδυναμία πρόσβασης στα σημεία διακίνησης ή η έλλειψη χρημάτων
αντιμετωπίζεται με ένα απλό email(samson_rakas@ yahoo.com)
role-playing
Το παιχνίδι πάει πάντα έτσι.
Εκείνη (5) είναι υπάλληλος ταχυδρομείου, κάθεται στο ταμείο με διάφορα αντικείμενα μπροστά της. Χαρτιά, μαρκαδόρους, σελοτέηπ, αυτοκόλλητα με πόνι και γάτες.
Εγώ (32) είμαι αποτυχημένη συγγραφέας, με ξέρει γιατί καθημερινά επισκέπτομαι το ταχυδρομείο για να στείλω το βιβλίο μου σε διάφορους εκδοτικούς που με απορρίπτουν συνεχώς και χωρίς έλεος.
Για κάποιο λόγο ενδιαφέρεται πολύ για μένα, οπότε με ρωτάει το όνομά μου.
Μαριάννα, λέω.
Όχι, άλλο όνομα, μου λέει συνωμοτικά.
Χρησιμοποιώ κάθε μέρα και άλλο όνομα, Σκάρλετ Γιόχανσον, Ίντιρα Γκάντι, Ισιδώρα Ντάνκαν, Μεσσαλίνα (σκέτο), Ντέμπι Χάρρι, Εμμά Μπαρντάκ, Ιζαμπέλ Ατζανί, ό,τι μου ‘ρθει.
Συλλαβίζω και γράφει τα ονόματα. Για να μη με ξεχάσει. Μια μέρα θα εκδοθεί το βιβλίο μου. Τι θέμα έχει;
Μια πριγκίπισσα υποφέρει από την κατάρα μιας μάγισας. Περιμένει τον πρίγκηπα για να σπάσει το ξόρκι. Η μάγισα λέγεται Συνείδηση. Ο πρίγκηπας δεν έρχεται ποτέ. Η αθώα κορασίδα ξυπνάει από το λήθαργο και καταλαβαίνει ότι μόνο μόνη της μπορεί να σωθεί. Βρίσκει μια γάτα που μιλάει στο δρόμο, γίνεται hoarder, είναι τρελή. Η Συνείδηση την λυπάται, μετανιώνει, σπάει το ξόρκι. Η πριγκίπισα ερωτεύεται έναν πιανίστα. Τέλος καλό, όλα καλά.
Μου δίνει ένα χαρτί με μια σφραγίδα σε σχήμα καρδιάς και το εκάστοτε όνομά μου δίπλα. Για να με θυμάσαι. Εγώ θα το διάβαζα.
Τέλος καλό. Όλα καλά.
περιγραφή ζεϊμπέκικου, αρχή δεκαετίας του '60, του Μποστ
O άντρας, μ’ ένα τσιγάρο στο στόμα, έκφραση πικρή και τα μάτια κάτω, στάθηκε στη μέση ακίνητος, σαν για να ισορροπήση, άνοιξε τα χέρια του φτερούγες, σαν το πονεμένο πουλί, κι άρχισε τις φιγούρες του. Ήταν καλός χορευτής. Δεν ήταν “εκ του κόσμου τούτου”. Mας είχε γράψει στα παπούτσια του, μας αγνοούσε, μας είχε εξαφανίσει. Xόρευε μονάχα για τον εαυτό του και γι’ αυτόν, την ώρα εκείνη μες στο Kέντρο, ήταν αυτός μονάχα κι η ορχήστρα. Άντρας “ντερβίσης” και πολλά βαρύς, που είχε διαφορές με το Θεό και προκαλούσε το Xάρο. Έκανε ο Xάρος να τον πάρη, έκανε κάτι διστακτικά βήματα να τον αποφύγη και τέλος ο άντρας του ξέφευγε, διότι ήτο “πονηρός”, το οποίον, πίσω και σ’ έφαγα. Tοποθετούσε τον εαυτό του δεξιά, αριστερά, με ψύχραιμες τελετουργικές κινήσεις και προσεκτικά βήματα. Kαμμία του κίνηση δεν ήταν τυχαία. Kάθε του βήμα το ζύγιζε και το μελέταγε επισταμένως, μην πατήση νάρκη. Tο παραμικρόν μπορούσε να του στοιχίση τον Θάνατον. Ήταν “σκάκι των ποδών” και το πράμα ήθελε σκέψη. Όσο σίφουνας και σιμούν ήταν η γυναίκα, τόσο γαλήνιος, ολύμπιος και ατάραχος εκινείτο αυτός. Ήταν το ρελαντί εκείνης σε ανάλυση κινήσεων. Ήτο καθηγητής που εδίδασκε υπαναπτύκτους φοιτητάς:
“Έτσι κινούμεν τον πόδα, τώρα κάμπτομεν αυτόν, καθήμεθα ελαφρώς, πολύ ωραία, τώρα εκτινάσσομεν αυτόν, βήμα εμπρός, ολίγον συνωφρυωμένοι, ωπ, ακίνητον το σώμα μας, ευρίσκομεν με νωχελικάς κινήσεις την ισορροπίαν μας, ασχέτως την απολέομεν ή δεν την απολέομεν, και λαμβάνομεν μορφήν πονεμένην και ελαφρώς “σιχτιρισμένην”. Λαμπρά. Tο αυτό τώρα. Kαι προσοχή, κύριοι. Oι οφθαλμοί μας, δέον ούτοι, να βλέπωμεν συνεχώς κάτωθεν, δια μίαν ορθήν διδασκαλίαν”.
από το data gaps
Τα δύο άκρα
Η ώρα των φόνων
http://stereonova.blogspot.com/2013/09/blog-post_18.html
The Boy - Then don't change me God
|
"American Unicorn" is the fourth solo album of The Boy released from Inner Ear. It was written, performed and produced by The Boy. It was recorded and mixed ...
|
From:
MAVRESTRIXES
Views:
2455
30
ratings
|
|
| Time: 04:03 | More in Music |
The Boy - Please make me dance (full album)
|
Ολόκληρο το άλμπουμ του The Boy , "Please make me dance" που κυκλοφόρησε το 2009 απο την Inner Ear Records. Για να προμηθευτείτε το cd πηγαίνετε στην παρακάτ...
|
From:
MAVRESTRIXES
Views:
1578
18
ratings
|
|
| Time: 36:51 | More in Music |
The Boy - Κουστουμάκι (full album)
|
Ολόκληρο το άλμπουμ του The Boy , "Κουστουμάκι" που κυκλοφόρησε το 2010 απο την Inner Ear Records. Για να προμηθευτείτε το cd πηγαίνετε στην παρακάτω διεύθυν...
|
From:
MAVRESTRIXES
Views:
4855
36
ratings
|
|
| Time: 55:01 | More in Music |
The Boy - Ηλιοθεραπεία (full album)
|
Ολόκληρο το άλμπουμ του The Boy , "Ηλιοθεραπεία" που κυκλοφόρησε το 2011 απο την Inner Ear Records. Για να προμηθευτείτε το cd μαζί με το μυθιστόρημα "¨Μαύρο...
|
From:
MAVRESTRIXES
Views:
4126
39
ratings
|
|
| Time: 01:10:56 | More in Music |
Déjà vu, déjà vécu
Σύμφωνα με μία παραδοξολογία του Walter Benjamin “το τρίτο Ράιχ είναι ένα τρένο που δεν ξεκινάει παρά μόνο όταν όλοι οι επιβάτες έχουν επιβιβαστεί”. Ποιος ήταν ο τελικός προορισμός του τρένου και ποια η τύχη των επιβατών του είναι γνωστά στους πάντες.
Το ζοφερό τρένο του Χίτλερ αναπαριστά στις μέρες μας κι ο αραμπάς της ναζιστικής “Χρυσής Αυγής”, με τους μαυροφορεμένους της “φουσκωτούς” κουρεμένους εν χρω να χαιρετούν φασιστικά. Το θέαμα, αν και γκροτέσκο, δεν είναι καθόλου αστείο, καθώς ο αραμπάς είναι φορτωμένος από τον Μάιο του 2012 με εκατοντάδες χιλιάδες ψήφους και περιμένει όλους τους επιβάτες - για να τους ξαποστείλει στον ίδιο προορισμό.Αντί ενός υπερμοντέρνου τρένου, ένας σαβαραλιασμένος αναχρονιστικός αραμπάς. Θα έλεγε κανείς ότι η τραγωδία επαναλαμβάνεται σαν φάρσα, κατά την κλασική ρήση του Μαρξ - εάν αυτή η φράση δεν έχει εκπέσει σε κλισέ, κρύβοντας το αληθινό της βάθος και την πολυσημία που της δίνουν την αξία προσωκρατικού αποφθέγματος.
Πρώτα πρώτα, η επανάληψη μιας ιστορικής τραγωδίας ως φάρσα δεν έχει τίποτα το καθησυχαστικό. Η φάρσα δεν καταργεί την τραγωδία, μία παρωδία δεν ακυρώνει τη φρίκη. Ούτε είναι απαραίτητο να διαδέχεται γραμμικά η μία την άλλη. Μπορεί να συνυπάρχουν και η μια να δείχνει την αλήθεια και το μέλλον της άλλης. (…)
Εξάλλου, η επανάληψη στην Ιστορία δεν είναι η μυθική Αιώνια Επιστροφή του ‘Ιδιου. Στη διαλεκτική σκέψη του Μαρξ (και του Kierkegaard), η φαινομενική επιστροφή του παλιού είναι η επανάληψη του Ίδιου ως Ά λ λ ο υ ή ως και του Α ν τ ί θ ε τ ο υ, όπως στην περίπτωση της τραγωδίας που μετατρέπεται σε φάρσα.
(…)
Οι αναλογίες, όμως, όση ευρετική αξία και εάν έχουν σε ένα πρώτο επίπεδο, δεν πρέπει να γίνουν άκαμπτα, νεκρά, μηχανικά σχήματα, μία κλίνη του Προκρούστη. Οι εντυπώσεις, πάλι, όσο έντονες κι απροσδόκητες κι αν είναι μετατρέπονται εύκολα σε παγίδες. Το ζητούμενο είναι το Τώρα, ο νυν καιρός, η ανακάλυψη του ίδιου ως άλλου, της μετατροπής του στο Αντίθετο. Κάτι τέτοιο απαιτεί μια διεξοδική εξέταση και διαρκώς ανανεωμένη ανάλυση της συνολικής ιστορικής κίνησης, της σπειροειδούς ανέλιξης των αντιφάσεων της εποχής της καπιταλιστικής παρακμής μέχρι την τωρινή τους παγκόσμια έκρηξη.
(…)
Η φαινομενική επιστροφή στο παλιό, στη δεκαετία του 1930, δεν σημαίνει και μία αναπόφευκτη επανάληψη της ίδιας και χειρότερης τραγωδίας. Η κρίση η σημερινή είναι χειρότερη αλλά δεν είναι η ίδια με εκείνη του 1929. Τα περιθώρια για προσδοκίες σε εθνοκεντρικές ψευτολύσεις είναι ανύπαρκτα. Ας μην ξεχνάμε ότι το φιλελεύθερο ή νεοφιλελεύθερο πλαίσιο της βιοπολιτικής έχει διαρραγεί θέτοντας με νέους πια όρους το δίλημμα της Ρόζας Λούξεμπουργκ Σ ο σ ι α λ ι σ μ ό ς ή Β α ρ β α ρ ό τ η τ α.
Απάντηση στο δίλημμα δεν δίνεται με σποραδικές, μεμονωμένες “μονομαχίες” μειοψηφιών ενάντια στις ναζιστικές συμμορίες, ούτε με εκκλήσεις υπέρ της δημοκρατίας ούτε με διαμαρτυρίες στο πλαίσιο του δυσφημισμένου, έτσι κι αλλιώς, κοινοβουλευτικού παιχνιδιού και χαρτοπόλεμο ανακοινώσεων. Απαιτείται επειγόντως πριν είναι αργά, η κοινή δράση όλων των εργατικών οργανώσεων, των κοινωνικών κινημάτων, των διανοούμενων, όλων των καταπιεσμένων κατά της ναζιστικής “Χρυσής Αυγής”, των “υψηλών” προστατών της και χρηματοδοτών της, των δορυφόρων της, με το τρίπτυχο: Ενιαίο Μέτωπο κατά του Φασισμού - κοινωνικά δίκτυα αλληλεγγύης και αυτοοργάνωσης παντού, ομάδες εργατικής-λαϊκής αυτοάμυνας.
Σάββας Μιχαήλ, απόσπασμα από Η φρίκη μιας παρωδίας. Τρεις ομιλίες για τη Χρυσή Αυγή (Άγρα, 2013) - τα μπολντ δικά μου
Τα μέσα Ιούνη βρέθηκα σ’ένα σεμινάριο που διοργάνωνε ο Τάκης Κουμπής στην ΑΣΚΤ με καλεσμένο τον Σάββα Μιχαήλ. Με επίκεντρο την έννοια της ανέστιας εστίας έπλεξε μία ωραία, μαχητική κουβέντα με τα δεκεμβριανά, τα γεγονότα της Κωνσταντινούπολης, την ποίηση, την αντίσταση, την αρχιτεκτονική. Στο πλαίσιο του γενικότερου πένθους που με (μας;) έχει καταπλακώσει τα τελευταία χρόνια με την κρίση και παρά την αντίσταση στην τάση εξιδανίκευσης του παρελθόντος, του μαγικού εκείνου τόπου χωρίς τρόικα και ΧΑ, καθώς άκουγα αυτόν τον πανέξυπνο, χαρισματικό άνθρωπο σκέφτηκα πως πάει πια αυτό το είδος διανοούμενου: ενός homo poeticus, πολυσχιδή, πολυσύνθετου και βαθυστόχαστου που αντιστέκεται ενεργά και με αυτοσαρκασμό. Πως τέτοιοι άνθρωποι πια αρχίζουν να σπανίζουν, θα πεθάνουν και τέρμα.
Τελειώνοντας μας ευχαρίστησε και με το απίστευτό του μπρίο μας είπε πως την επομένη ταξίδευε για να ξεκινήσει τον τέταρτο κύκλο χημειοθεραπείας. Του ευχηθήκαμε να πάνε όλα καλά όπως και μάλλον πήγαν αφού αυτή ακριβώς τη στιγμή δικάζεται για συκοφαντική δυσφήμηση μεταξύ άλλων μετά από μήνυση του Η. Παναγιώταρου, της Θ. Σκορδέλλη και της “επιτροπής κατοίκων” του Αγ. Παντελεήμονα.
Το "Σύσσημον" στην Επίδαυρο
What is "Open Recursion"?
Someone on StackOverflow stumbled onto the strange term “open recursion” and asked what it meant. Since most of the other answers to this online are pretty opaque, I started writing an answer. But then I accidentally wrote a blog post.
I honestly couldn’t remember what it meant either, so I cracked open my copy of Types and Programming Languages where, I believe, Pierce first introduces the term. After skimming a bit, I think I’ve got it. For those who don’t have the book or don’t want to wade through PL nerd terminology, I’ll try to translate it to something a little friendlier.
First, a bit of context. Pierce is explaining the semantics and types of object-oriented languages starting from a non-OOP core based on the lambda calculus and records. He starts the book with the simplest possible proto-language and then keeps adding extensions to it to build up to the kind of languages we see today. He coined “open recursion” to refer to the kind of extensions you need to build an OOP language from a non-OOP one that just has functions (i.e. “lambdas”, “closures”, or “anonymous delegates”) and records (more or less “object literals” in JS or “maps” in other languages).
Since not too many people know the lambda calculus, for this scene I will use a subset of Dart as its stand-in. We’ll allow function declarations and maps, but no actual classes or methods.
Now the question is, if you were to just have maps of functions, what would you be missing compared to “real” objects? Pierce’s answer is “open recursion”. We’ll break that down into the two words, last one first:
“Recursion”
Say you want to make an “object” that represents a counter. It exposes three operations: increment, get, and set. You could make such an object in our Dart subset like this:
makeCounter() {
// Declare the instance state for the "object".
var count = 0;
// Declare functions for the "methods". They are closures, so they can
// access count.
increment() {
count++;
}
get() {
return count;
}
set(value) {
count = value;
}
// Make an "object" as a map of functions.
return {
'get': get,
'set': set,
'increment': increment
};
}
Great. This works fine. But let’s say we wanted to implement increment in terms of get and set. One common feature of methods is that they can call each other. Let’s try:
makeCounter() {
// Declare the instance state for the "object".
var count = 0;
// Declare functions for the "methods". They are closures, so they can
// access count.
increment() {
set(get() + 1));
}
get() {
return count;
}
set(value) {
count = value;
}
// Make an "object" as a map of functions.
return {
'get': get,
'set': set,
'increment': increment
};
}
Oops! This doesn’t work. The problem is that increment is calling get and set here, but those functions haven’t been declared yet. Unlike JavaScript, Dart doesn’t silently hoist function declarations up. So at the point that we’re defining increment, get and set aren’t declared.
We could move increment after get and set to fix this issue. But then those two methods wouldn’t be able to see increment. No matter what, there’s no way to have all of those functions in scope inside each of the other ones.
The problem is that the definitions of the functions come one after the other. What you really want is to define them all in one lump where they can all see each other simultaneously.
In functional languages, the name for that “lump” is a “mutually recursive definition”. It lets you declare a bunch of variable names and refer to those names within the definitions of each of those variables. In Scheme and ML, this is the difference between let and letrec (the rec in the name stands for “recursive”). In C, you need forward declarations to do this.
So by “recursion” here, what he means is the definitions of the methods are mutually recursive so that they can see each other’s names. It doesn’t mean that they actually have to call each other at runtime and be recursive. Just that their names are in scope so that they could do that.
“Open”
We can fake mutually recursive definitions in our mini-Dart by using function expressions and reassigning variables like this:
makeCounter() {
// Declare the instance state for the "object".
var count = 0;
// Declare the variables up front.
var increment, get, set.
// Now that the names are all in scope, create the function bodies.
increment = () {
set(get() + 1));
};
get = () {
return count;
};
set = (value) {
count = value;
};
// Make an "object" as a map of functions.
return {
'get': get,
'set': set,
'increment': increment
};
}
Note the = between the method names and () now. That means we’re assigning anonymous functions to the already-declared variables.
So this gives us recursive structures. Do we have objects yet? What’s missing?
Another defining feature of object-oriented languages is inheritance (or “delegation” in prototype-based languages). That means defining a new object in terms of an existing object’s behavior. That basically means overriding methods and adding new methods in “derived” objects.
Let’s try to do that. We’ll try to make a counter that logs itself. To avoid re-implementation, we’ll piggyback the existing counter code:
makeLoggingCounter() {
var counter = makeCounter();
return {
'get': () {
print('get!');
return counter['get']();
},
'set': (value) {
print('set!');
counter['set'](value);
},
'increment': () {
print('increment!');
counter['increment']();
}
};
}
How did we do? When we call get and set on our logging counter, it does correctly print “get!” and “set!” and then update the counter appropriately. The problem comes when we call increment. That does print “increment!”. But, remember, increment is implemented in terms of get and set now.
Since we intended to override those methods in our logging object, calling increment should print “get!” and “set!” too. It doesn’t. That’s because the non-logging object’s implementation of increment is statically bound to the base definitions of those methods. We haven’t overridden them in our derived logging counter, we’ve just shadowed them.
In C++ parlance, they are non-virtual. Our mini-Dart language isn’t expressive enough to handle virtual methods. The problem is that inside makeCounter, we don’t see the instance of the logging counter at all. To fix this, we have to pass that object in explicitly:
makeCounter(receiver) {
// Declare the instance state for the "object".
var count = 0;
// Declare the variables up front.
var increment, get, set;
// Now that the names are all in scope, create the function bodies.
increment = () {
receiver['set'](receiver['get']() + 1));
};
get = () {
return count;
};
set = (value) {
count = value;
};
// Add the methods to the receiver.
receiver['get'] = get;
receiver['set'] = set;
receiver['increment'] = increment;
}
Note how now increment’s definition looks up get and set on that passed in receiver object. Now to create the logging counter, we’ll do:
makeLoggingCounter() {
// Create a blank object.
counter = {};
// Turn it into a counter.
makeCounter(counter);
// Keep track of the original methods.
var superGet = counter['get'];
var superSet = counter['set'];
var superIncrement = counter['increment'];
// Override the methods.
counter['get'] = () {
print('get!');
return superGet();
};
counter['set'] = (value) {
print('set!');
superSet(value);
};
counter['increment'] = () {
print('increment!');
superIncrement();
};
return counter;
}
Ta-da!
Now, to make this work, we had to pass the receiver into makeCounter so that it’s methods could see the “derived” object. This lets it see and call overridden methods. Those methods are now effectively “virtual”.
Before we did this, the methods in makeCounter closed over each other. In other words, they were all closures and called each other by closing over each other’s variables. By passing in the receiver explicitly, we’ve cracked open that closure and let the derived object get in so the base methods can see it. Hence: “open”.
Super summary
So, if you compare a real object-oriented language to a simpler language with just structures and functions, the differences are:
All of the methods can see and call each other. The order they are defined doesn’t matter since their definitions are “simultaneous” or mutually recursive.
The base methods have access to the derived receiver object (i.e.
thisorselfin other languages) so they don’t close over just each other. They are open to overridden methods.
Thus: open recursion.

















